Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2018

ev media-logo

Ο Θεοφάνης Λ. Παναγιωτόπουλος γράφει για τον Ευρυτάνα ποιητή Πάνο Νιαβή

Λίγα λόγια για τον ποιητή Πάνο Νιαβή:

Γεννήθηκε στο Μάραθο το 1956. Τελείωσε το δημοτικό σχολείο στη γενέτειρά του, το Γυμνάσιο στο Κερασοχώρι και αμέσως τον τράβηξε «η γητεύτρα θάλασσα». Μετά την αποφοίτησή του από τη Σχολή του Εμπορικού Ναυτικού, ταξίδεψε σε όλο – σχεδόν – τον κόσμο για περισσότερο από 20 χρόνια σαν καπετάνιος σε εμπορικά πλοία. Αφότου άφησε τη θάλασσα, μένει στην Αθήνα, όπου δραστηριοποιείται επιχειρηματικά στο ναυτιλιακό χώρο, κρατώντας ανέπαφες τις παιδικές του μαραθιώτικες παρέες – και μνήμες- πράγματα τα οποία κυριαρχούν και στα ποιήματά του. “Ο μαύρος κότσυφας στο χιόνι” είναι η πρώτη του ποιητική συλλογή.824

“Ο μαύρος κότσυφας στο χιόνι” εκδ. S@mizdat 2015

Η ποιητική συλλογή “Ο μαύρος κότσυφας στο χιόνι” εκδ.  S@mizdat 2015 είναι το πρώτο βιβλίο του  ποιητή Πάνου Νιαβή. Από το πρώτο τούτο βήμα διακρίνει κανείς το θείο τάλαντο και το μεράκι του δημιουργού. Έχει ήδη χαραχτεί -το όνομα του- στους μεγάλους σύγχρονους ποιητές της νεοελληνικής ιστορίας. Η έκφραση του πότε φιλοσοφική και λόγια και πότε  ανόθευτη καθομιλουμένη. Βασικές έννοιες που διέπουν το ποιητικό του έργο είναι η φύση, ο θάνατος, ο έρωτας και ο νόστος.

Ο ποιητής Πάνος Νιαβής είναι ένας αλχημιστής -με τον δικό του ποιοτικό και ποιητικό τρόπο- μετουσιώνει μια απλή λέξη ή φράση σε ποιητικό  ελιξίριο αθανασίας.  Πρόκειται για ένα βιβλίο μεγάλης λογοτεχνικής αξίας. Ένα ποιητικό έργο που αξίζει και πρέπει να διαβαστεί από κάθε αναγνώστη.


O μαύρος κότσυφας στο χιόνι

Κατά μήκος του λευκού χιονιού

ένας μαύρος κότσυφας σαστίζει

διαμαρτύρεται, φωνάζει ή προσεύχεται

στο Θεό των κοτσυφιών, δεν ξέρω .

Ξυπνά, όμως τον αεικίνητο, το ασπρόμαυρο γάτο.

Γυρίζει ο τροχός. Λίγα μαύρα φτερά απέμειναν,

τα στροβιλίζει ο αέρας πάνω στο λευκό το χιόνι.

Η πλάση αναπαράγει αμείλικτα τον εαυτό της.

Κι εσύ στέκεσαι στο παράθυρο σιωπηλός

αναρωτιέσαι σε ποιο σκοτάδι

χάθηκε του κότσυφα το μαύρο δίκιο.

Τελικά ο χρόνος τα καταπίνει όλα

για να γεμίσει το εύρος του κενού του.


Τα καραβίσια μάτια σου

Τα καραβίσια μάτια σου νύχτα μεστή αγία

περίστροφα σαν όνειρα του ποιητή Πεσσόα,

μαργιόλικα σαν Νάρκισσοι, βαθύτερα του ερέβους.

Αιχμαλωτίζουν τη φωτιά τη στόχαση της Σφίγγας.

Παντιέρα σίτου ώριμη στη στόχαση πνιγμένη

να βρίσκει η μέρα αναπαμό, να αποπλανιέται η νύχτα.

Τα καραβίσια μάτια σου, δυό σπίθες ηφαιστείου

με Νότου νόστο, ισκιόφωτο μαχαίρι Καββαδία.

Σαν δύο κοτσύφια πέτρινα στη εσοχή του χρόνου

που συλλαβίζουν νοητά το μακρινό των άστρων.

Μες τα λιβάδια του ουρανού τ’ άπειρο βιολετίζει

όταν τα μάτια σου περνούν σα νεύμα του Κενταύρου.