Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2018

ev media-logo

Πέθανε ο σκηνοθέτης & συγγραφέας Κώστας Βρεττάκος - Έργο του τα «Παιδιά της Χελιδόνας», του ομώνυμου βιβλίου του Χαριτόπουλου (ΒΙΝΤΕΟ)

Σε ηλικία 80 ετών έφυγε από τη ζωή ο σκηνοθέτης και συγγραφέας Κώστας Βρεττάκος μετά από προβλήματα υγείας που τον ταλαιπωρούσαν από καιρό, ενώ τελευταία νοσηλευόταν στο Νοσοκομείο Σωτηρία.vrettakos-kostas1

Γιος του ποιητή και ακαδημαϊκού Νικηφόρου Βρεττάκου, ο Κώστας Βρεττάκος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1938. Από πολύ νωρίς γοητεύτηκε από τον κινηματογράφο, όμως δεν αφοσιώθηκε αποκλειστικά σε αυτόν. 

Σπούδασε κινηματογράφο στην Ελλάδα και την Ιταλία και παράλληλα με τις κινηματογραφικές του ενασχολήσεις συνέχισε να εργάζεται βιοποριστικά ως επιμελητής εκδόσεων, παραγωγός διαφημιστικών ταινιών και περιστασιακά ως δημοσιογράφος. Κατά τη δικτατορία εργάστηκε ως μεταφραστής λαϊκών μυθιστορημάτων και ως φωτογράφος εγκυκλοπαιδειών.

Τις πρώιμες λογοτεχνικές συνεργασίες με την «Επιθεώρηση Τέχνης» ακολούθησαν δύο ποιητικές συλλογές το 1971 και 1977 με τον τίτλο «Ανάριθμα». Από το 1977, παράλληλα με τη φωτογραφική του δραστηριότητα, ασχολήθηκε πάλι με τον κινηματογράφο γυρίζοντας ως το 1987 μια σειρά από ταινίες από τις οποίες ξεχώρισαν «Το στρώμα της καταστροφής» (1980) και «Τα παιδιά της Χελιδόνας» (1987). Παράλληλα, η μακροχρόνια φωτογραφική του συνεργασία με την Εμμανουέλα ντε Νόρα οδήγησε στην ίδρυση του εκδοτικού οίκου «Τρία Φύλλα». 

Από το 1990 εγκατέλειψε πάλι τις εκδόσεις, τη φωτογραφία και τον κινηματογράφο και ασχολήθηκε με την πολιτική διαχείριση της ελληνικής κινηματογραφίας αρχικά ως ειδικός σύμβουλος Κινηματογραφίας του Υπουργείου Πολιτισμού (1989), σε συνέχεια ως πρόεδρος του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου (1991-1998) και εκπρόσωπος της Ελλάδας στο Eurimages, στο Συμβούλιο της Ευρώπης (1991-2006). Το βιβλίο του "Ασκήσεις περιέργειας" (εκδ. Ποταμός, 2016), τιμήθηκε το 2016 με το Βραβείο Μυθιστορήματος της Ακαδημίας Αθηνών.

«ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ΧΕΛΙΔΟΝΑΣ»

‘’Τα Παιδιά της Χελιδόνας’’ γυρίστηκαν το 1987 και αποτελούν την κινηματογραφική μεταφορά του ομώνυμου βιβλίου του Διονύση Χαριτόπουλου, μέσα από τα μάτια του σκηνοθέτη Κώστα Βρεττάκου. Παρόλη τη συμμετοχή μιας λαμπρής λίστας ηθοποιών, μεταξύ των οποίων ο Αλέκος Αλεξανδράκης, η Μαίρη Χρονοπούλου, ο Βασίλης Διαμαντόπουλος, ο Στέφανος Ληναίος, ο Ηλίας Λογοθέτης και άλλοι, η ταινία παραμένει ένα παραγνωρισμένο διαμάντι που εξέπεσε της αναγνώρισης που προοιώνιζε, παρόλη τη σπανιότητα του θέματός της.

Όπως πολύ αδιάκριτα μας μαρτυράει η φήμη του συγγραφέα, η ταινία είναι μία από τις σπάνιες απόπειρες του εγχώριου κινηματόγραφου να καταπιαστεί με τον Εμφύλιο Πόλεμο και το Αντάρτικο. Πρωταγωνιστές, διαιρεμένοι σε δύο στρατόπεδα, έξι αδέρφια, γεννήματα θρέμματα της Χελιδόνας, στην Ευρυτανία. Η επαφή, τόσο με τον τόπο όσο και με τα γεγονότα , γίνεται, βέβαια, διαθλαστικά και το τώρα αποτελεί το πρίσμα μέσα από το οποίο τα θραύσματα της Ιστορίας όχι μόνο παρουσιάζονται , αλλά και διυλίζονται, διαμορφώνονται, αναιρούνται και καθαιρούνται, για να φτάσουν στον θεατή συγκεντρωμένα και ξεπλυμένα από το βάρος του ιστορικού χρόνου.

ΔΕΙΤΕ ΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ

Για την ταινία γράφει στο nostimonimar.gr η Κατερίνα Zentai:

Η αφήγηση δε σκαλώνει στο τότε, το τότε είναι περασμένο, τόσο και για τους πρωταγωνιστές όσο και για την κοινωνία του 1987.

Ή τουλάχιστον όλοι προσπαθούν να πείσουν τον εαυτό τους γι’ αυτό. Στο στρατόπεδο των ηρώων, όπου κυριαρχεί η βαριά ήττα και όσα αυτή κουβάλησε μαζί της –τη φυσική εξόντωση, την απομόνωση, τη μοναξιά, την τρέλα, το ξεκλήρισμα, την ξενιτιά, το Σιδηρούν Παραπέτασμα, τη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό- η Φωτεινή, ο Άγγελος και ο Πάνος προσπαθούν να κρατήσουν αλώβητο τον αξιακό κώδικα που τους δίδαξε το Βουνό. Ακόμα και αυτή η ίδια η Εθνική Ενότητα είναι ένα όπλο εναντίων τους, ένα εργαλείο συμβιβασμού, αφομοίωσης, ένας μηχανισμός που επιχειρεί να τους μετατρέψει σε μουσειακό είδος.( Συγκλονιστική η Μαίρη Χρονοπούλου στο ρόλο της καπετάνισσας Φωτεινής, χαρακτηρίζει ‘’φτυσιά’’ την τιμητική σύνταξη που δικαιούται, την ώρα που βγάζει τα πνευμόνια της σε ένα βαφείο για να συμπληρώσει ένσημα.)

Αυτή η ίδια αποκοπή από τον κενό ιστορικό χρόνο είναι που φέρνει, από την άλλη, τους ήρωες μπροστά στα μάτια μας, απλούς, καθημερινούς, αποστασιοποιημένους από την ιστορική αίγλη. Τόσο το παρελθόν τους –το κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον από το οποίο προήλθαν, οι ανθρώπινες ανάγκες, οι αδυναμίες τους- όσο και το μέλλον τους, το μέλλον πουν τους επιφύλασσε η μεταπολιτευτική Ελλάδα, τους απεκδύει από τη μεγαλοπρέπεια των αμπέχονων, το βαρύ χτύπημα της αρβύλας, την ωραιότητα της πυκνής γενειάδας, τον μνημειώδη αγέρα και τον ολόλαμπρο ήλιο των ψηλών κορυφών. Όλοι τους είναι άνθρωποι που ξεπήδησαν μέσα από την ελληνική επαρχία, από την αγροτική ή την μικροαστική οικογένεια, άνθρωποι σαν κι εμάς και όχι πορτραίτα σε βιβλία ιστορίας και ενημερωτικές εκπομπές. Είναι παιδιά ανθρώπων και όχι ημίθεοι γεννημένοι από θεούς. Έτσι μοιράζεται ισόποσα η ιστορική ευθύνη: τους ήρωες τους γεννά η εποχή τους, οι συγκυρίες και από εκεί και πέρα ο καθένας επιλέγει το ρόλο του, ανάλογα με το ηθικό του ανάστημα.

Kάπως έτσι, και με ενδιάμεσο τον μεσαίο, μετριοπαθή, κεντρώο αδερφό, η κάμερα γυρνάει προς το άλλο στρατόπεδο : οι άνθρωποι της ρουφιανιάς, της πονηριάς, αυτοί που ακολουθούν την πεπατημένη, που πάντα κάνουν το κοινωνικά ορθό, χωρίς να νοιάζονται αν ο γιος, ο αδερφός, ο γείτονας, πεθαίνουν αργά και βασανιστικά δίπλα τους. Όσοι κάθονται και κοιτάνε με μίσος και ζήλεια όσους βγαίνουν μπροστά, όσους βάζουν το κεφάλι στο στόμα του λύκου, περιμένοντας τη στιγμή της πτώσης για να τους πατήσουν το κεφάλι. Όσοι προσφέρουν την επιφανειακή βοήθειά τους μόνο και μόνο για να μπορούν να κουνήσουν έπειτα το δάχτυλο και να στάξουν χολή. Αυτοί που νοιάζονται να μοιράσουν μια ρημαγμένη πατρική περιουσία, να πουλήσουν τα παιδιά τους σε όποιον δίνει τα περισσότερα, που κρύβουν κάτω από το χαλί βρόμικες οικογενειακές ιστορίες και ύστερα επιδεικνύουν με καμάρι το σπίτι τους, κομπάζοντας για το πόσο καλοί νοικοκυραίοι έχουν υπάρξει.

Παρ’ όλη τη φαινομενική αντίθεσή τους, υπάρχουν δύο μεγάλοι συνδετικοί κρίκοι που ενώνουν άρρηκτα τα δύο στρατόπεδα: η Χελιδόνα και οι εκ βάθρων κατεστραμμένες ζωές τους. Είναι τα σημεία τομής, όπου τα 40 χρόνια που μεσολάβησαν δε μπορούν να εισχωρήσουν με τη διαφοροποίησή τους. Για όλους το πηλίκο είναι μηδέν και οι ζωές τους σαπίζουν θαμμένες κάτω από το σαρωτικό σήμερα, όπως σαπίζει το παλιό χωρίο της Χελιδόνας κάτω από το πολύβουο χιονοδρομικό κέντρο του Βελουχιού, σημείο αναφοράς κάθε χειμερινού τουρίστα. Ο μόνος που μπορεί να παίξει το ρόλο του τυμβωρύχου είναι ο ιστορικός ερευνητής, ο συγγραφέας, ο δημοσιογράφος, που μέσα από το άλλοθι της ιστορικής αλήθειας, φέρνει στο φως όσα προστάζει η προσωπική φιλοδοξία, η επαγγελματική διαστροφή, η μικροαστική περιέργεια του κοινού, καθιστώντας τα ιστορικά υποκείμενα ρόλους μοιρασμένους σε μια ήδη παιγμένη παράσταση.

Η Χελιδόνα είναι μια ιστορία που αξίζει να ‘’διαβαστεί’’ κανονικά και ανάποδα. Είναι η προσπάθεια του τώρα να ακουμπήσει το χτες και η προσπάθεια του χτες να επιβιώσει στο τώρα. Η θέση του αναγνώστη- θεατή απέναντι στα πρόσωπα και στα γεγονότα καθορίζεται από τη θέση του απέναντι στη ίδια του τη ζωή και τον εαυτό του. Η κάθαρση δεν πωλείται σε τιμή ευκαιρίας, στο αντίτιμο ενός βιβλίου ή ενός εισιτηρίου του κινηματογράφου.