Παρασκευή, 6 Δεκεμβρίου 2019

ev media-logo

Κοινωνική Φοβία. Άρθρο του Κέντρου Ψυχικής Υγείας Καρπενησίου, από την έντυπη έκδοση

άρθρο από την έντυπη έκδοση

Σχεδόν καθένας από εμάς βιώνει άγχος σε καταστάσεις που απαιτούν πιθανή αξιολόγησή μας από τους άλλους (π.χ. συνεντεύξεις για εργασία, δεσμοί, πρώτα ραντεβού). Όμως, για τα άτομα με κοινωνική φοβία, αυτές οι καταστάσεις τυπικά συσχετίζονται με τέτοια επίπεδα άγχους που κυριολεκτικά τα εξουδετερώνουν και αναπτύσσουν μια επιθυμία απόδρασης ή αποφυγής.Social-phobia-770x402

Συχνά βιώνουν σωματικά συμπτώματα όπως κοκκίνισμα από ντροπή, τρόμο, ξηροστομία ή εφιδρώσεις, τα οποία πιστεύουν ότι θα γίνουν αντιληπτά από τους άλλους και ότι παρέχουν περεταίρω τεκμηρίωση της ανικανότητάς τους. 

Τα άτομα με κοινωνική φοβία βιώνουν σημαντικούς περιορισμούς των κοινωνικών, μορφωτικών και επαγγελματικών τους δραστηριοτήτων. 

Μπορεί να βρίσκουν δύσκολο να συνάψουν ή να διατηρήσουν κοινωνικές ή ρομαντικές σχέσεις, αποφεύγουν ειδικότητες που απαιτούν δημόσιες παρουσιάσεις, διακόπτουν τη μόρφωσή τους πρόωρα, ή παίρνουν δουλειές κατώτερες των ικανοτήτων τους, για να αποφύγουν τις κοινωνικές απαιτήσεις για απόδοση στην εργασία. Εδώ να σημειωθεί ότι παρά τη σημαντική επίπτωση που συνδέεται με την κοινωνική φοβία, αυτή σπανίως οδηγεί τους πάσχοντες σε αναζήτηση θεραπείας.

Οι αιτίες της κοινωνικής φοβίας μπορούν να συνδέονται με την κληρονομικότητα, κυρίως όμως αναφέρονται στην επίδραση του περιβάλλοντος στα άτομα και την προσωπικότητά τους. 

Κάποια άτομα δηλαδή, φαίνεται να είναι περισσότερο αγχώδη από τη φύση τους κι έχουν μάθει να λειτουργούν με ανησυχία, ενώ κάποια άλλα έχουν χαμηλή αυτοεκτίμηση ή φτωχή αυτοεικόνα, γεγονός που ίσως ξεκινά από την παιδική τους ηλικία. 

Τα παιδιά λοιπόν, ακολουθούν τις αντιλήψεις των γονιών τους και εσωτερικεύουν τις πεποιθήσεις τους (π.χ. «αν πεις κάτι λάθος, θα ρεζιλευτείς» ή «ο κόσμος είναι κακός και θα σε κοροϊδέψει»), με αποτέλεσμα όσο πιο φοβικές είναι αυτές οι διδαχές, τόσο πιο πιθανό είναι να εντείνονται οι προκαταλήψεις τους απέναντι στη γνώμη των ξένων. Τα μηνύματα που λαμβάνουν τα παιδιά δεν είναι πάντα λεκτικά. Κατ’ επέκταση, η συμπεριφορά του γονιού, η επιμονή στη «σωστή» δημόσια εικόνα, καθώς και οι δικές του αποφυγές σε κοινωνικό επίπεδο, επηρεάζουν αισθητά τα πιστεύω και τα συναισθήματα των παιδιών. 

Είναι αξιοσημείωτο ότι η εμφάνιση της κοινωνικής φοβίας συσχετίζεται σε πολλές περιπτώσεις με ένα προϋπάρχον τραυματικό γεγονός. Για παράδειγμα, τα παιδία που στο σχολείο, κατά τη διάρκεια μιας απαγγελίας, έκαναν ένα λάθος και δέχτηκαν κοροϊδευτικά σχόλια από τους συμμαθητές τους, κατέληξαν να βιώσουν έντονη δυσαρέσκεια και άγχος. Σε γεγονότα σαν αυτό είναι καθοριστική η ερμηνεία του βιώματος και όχι η εμπειρία από μόνη της, για την εκδήλωση της διαταραχής.

Η κοινωνική φοβία έχει την μορφή φαύλου κύκλου για τα άτομα, όπου όσο ερμηνεύουν αρνητικά μια εμπειρία έκθεσης, τόσο τα δυσάρεστα συναισθήματα (φόβος, ντροπή, άγχος, απογοήτευση) αυξάνονται και κατ’ επέκταση αποφεύγουν τις κοινωνικού τύπου εκδηλώσεις, όπως ομιλία μπροστά σε κοινό, συγκεντρώσεις, ακόμη και φιλικές συναθροίσεις. Η αποφυγή επιφέρει πρόσκαιρη ανακούφιση από τη στρεσογόνο σκέψη ότι «θα γίνουν ρεζίλι» ή ότι θα τους κριτικάρουν, αλλά ουσιαστικά συντηρεί το πρόβλημα, αφού τα άτομα αποφεύγοντας την έκθεση, φοβούνται όλο και περισσότερο και εν τέλει απομονώνονται. 

Το έντονο κοινωνικό άγχος μπορεί να καταπολεμηθεί επαρκώς με φαρμακευτική αγωγή (για τα συμπτώματα) και ψυχοθεραπεία (για τα αίτια), τα οποία συνιστούν τους δυο βασικούς άξονες καταπολέμησης της κοινωνικής φοβίας και μπορούν να χρησιμοποιούνται είτε ξεχωριστά είτε σε συνδυασμό.

 

Η Διεπιστημονική Ομάδα

του Κέντρου Ψυχικής Υγείας Καρπενησίου