Κυριακή, 15 Δεκεμβρίου 2019

ev media-logo


«Ο καφές σε πρώτο πλάνο». Ο Δ. Παρούτσας για την Εθνική Αντίσταση, τον Εμφύλιο και τα διδάγματα της ιστορίας

Την περασμένη Δευτέρα γιορτάστηκε σ' όλη την Ελλάδα η μέρα της Εθνικής Αντίστασης. Πριν από 77 χρόνια, στις 25 Νοεμβρίου 1942 οι αντάρτικες δυνάμεις του Έθνους, οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ, σε συνεργασία με τις συμμαχικές δυνάμεις του Στρατηγείου Μέσης Ανατολής, ανατίναζαν τη Γέφυρα του Γοργοπόταμου και απέκοπταν τη γραμμή ανεφοδιασμού της στρατιάς του Ρόμελ στην Αφρική. Από τότε κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι. Μεσολάβησε ένας τραγικός εμφύλιος πόλεμος που τον πλήρωσε σκληρότερα απ' όλους ο δικός μας τόπος, η Ευρυτανία. Όποια πέτρα της και να σηκώσεις έχει να σου διηγηθεί και μια αιματοβαμμένη ιστορία πόνου και θλίψης για κάποιον που σκοτώθηκε, για το παλικάρι που δε "ματαγύρισε", για κάποιον που έφαγε τα νιάτα του στη φυλακή, για τον άλλο που πέρασε ζωή βασανισμένη καθώς το ταλαιπωρημένο του σαρκίο δεν άντεξε τις κακουχίες και τους ξυλοδαρμούς.880

Ο καιρός όμως, αυτός ο καταλύτης χρόνος που όλα τα σβήνει και τα απαλύνει έκανε κι εδώ το θαύμα του. Όλες αυτές οι τραγικές στιγμές, ξεχάστηκαν, παραδόθηκαν στη δίνη του κινητού τηλεφώνου, του ίντερνετ και της καθημερινότητας. Έτσι κάθε χρόνο όλο και λιγότεροι άνθρωποι βρίσκονται στην πλατεία να καταθέσουν ένα στεφάνι στη μνήμη αυτών που παράτησαν τα σπίτια τους και βγήκαν στο βουνό να πολεμήσουν για τη λευτεριά τους. Κι έτσι σήμερα οι άνθρωποι ζουν τη βολεμένη ή όχι τους ζωούλα, μη γνωρίζοντας τίποτα γι' αυτούς που μόχθησαν ακριβώς για να την έχουν.

Πριν από καμιά δεκαριά χρόνια, ο φακός των Ευρυτανικών Νέων, είχε κάνει ένα καταπληκτικό «σχόλιο», στο φύλλο που ανακοίνωνε τις προγραμματισμένες εκδηλώσεις: Σε πρώτο πλάνο, ένας καφές, ένα πακέτο τσιγάρα και ένα σταχτοδοχείο. Σε δεύτερο, θολό και απομακρυσμένο οι «επίσημοι», τα παράσημα, οι στολές. Ίδια και χειρότερη η εικόνα φέτος. Άλλοι καιροί άλλες προτεραιότητες!

Σήμερα στο μυαλό των περισσότερων, είναι συγκεχυμένα κάποια πράγματα. Οι λέξεις "εθνική αντίσταση" και "εμφύλιος" είναι κάτι μπερδεμένο, κάτι που ίσως δεν πρέπει να το αγγίζουμε αλλά δεν μας ενδιαφέρει κιόλας. Όμως για τους πατεράδες και τους παππούδες μας δεν ήταν έτσι. Αυτοί βίωσαν την ίδια την Ιστορία στη γέννησή της. Κι όταν εμάς δεν μας ενδιαφέρει, είναι σαν να πριονίζουμε το κλαδί πάνω στο οποίο στεκόμαστε. Γιατί όταν κάποιος δεν διδάσκεται από τα λάθη του παρελθόντος, -είναι πασίγνωστο αυτό - διακυβεύει το μέλλον. Κι ο Γοργοπόταμος είναι μια επέτειος που αυτό το αποδεικνύει περίτρανα όχι τόσο με αυτά που συνέβησαν το 1943 αλλά με αυτά που διαδραματίστηκαν στον ίδιο χώρο το 1964.

Μια μικρή αναδρομή λοιπόν είναι απαραίτητη: Το 1942 μια ομάδα σαμποτέρ έπεσε με αλεξίπτωτα στην κατεχόμενη Ελλάδα. Αρχηγός της "επιχείρησης Χάρλιγκ" ορίστηκε ο συνταγματάρχης Έντυ Μάγιερ και υπαρχηγός ο ταγματάρχης Κρις Γουντχάουζ. Ανάμεσά τους και ένας Έλληνας, ο Θέμης Μαρίνος. Αντικειμενικός σκοπός της επιχείρησης, η συνεργασία με Έλληνες αντάρτες για την ανατίναξη μιας εκ των σιδηροδρομικών γεφυρών Γοργοποτάμου, Ασωπού, Παπαδιάς, που βρίσκονται στην ορεινή περιοχή της Λαμίας

Οι σαμποτέρ μετά από περιπλανήσεις στα ορεινά της Ευρυτανίας και της Φωκίδας, ήρθαν σε επαφή με τους αντάρτες των δύο κυριοτέρων αντιστασιακών οργανώσεων: του ΕΛΑΣ υπό τον Άρη Βελουχιώτη και του ΕΔΕΣ υπό τον Ναπολέοντα Ζέρβα. Κατέστρωσαν το σχέδιο ανατίναξης της γέφυρας στον Γοργοπόταμο και το βράδυ της 25ης προς 26η Νοεμβρίου 1942 ξεκίνησε η επιχείρηση. Τη φρουρά της γέφυρας αποτελούσαν 100 περίπου Ιταλοί και 3-4 Γερμανοί με βαριά πολυβόλα και οπλοπολυβόλα. Οι αντάρτες ήταν περίπου 150 με αριθμητική υπεροχή των Eλασιτών.

Η επιχείρηση ήταν επιτυχημένη. Οι απώλειες των Ιταλών ήταν 7 νεκροί, 5 τραυματίες και 2 αιχμάλωτοι. Μετά από λίγες ημέρες, σε αντίποινα οι Γερμανοί εκτέλεσαν 26 Έλληνες από τα γύρω χωριά. Η σημασία της ανατίναξης της γέφυρας ήταν τεράστια από στρατιωτική άποψη. Η σημαντικότερη όμως συνέπεια έχει να κάνει με τον κλιμακούμενο αγώνα του ελληνικού λαού. Η ανατίναξη ενίσχυσε το ηθικό των Ελλήνων και τους δημιούργησε την αισιόδοξη βεβαιότητα ότι ενωμένοι θα μπορούσαν να πετύχουν πολλά στον αγώνα εναντίον των κατακτητών.

Όμως ο Γοργοπόταμος δεν τελείωσε εκεί. Είκοσι περίπου χρόνια μετά, το 1964, τα πάθη του εμφυλίου πολέμου ήταν ακόμα έντονα. Ζούσαν οι άνθρωποι που τον είχαν διεξάγει. Στην κυβέρνηση βρισκόταν για πρώτη φορά η Ένωση Κέντρου, υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου, η οποία έκανε δειλά βήματα για την άρση κάποιων δυσβάστακτων όρων που οι νικητές του εμφυλίου είχαν επιβάλει στους ηττημένους. Επειδή όμως, και τότε, αριστεροί και δεξιοί, δεν είχαν διδαχτεί τίποτα από την Ιστορία, επανέλαβαν κάποια τραγικά λάθη. Και να πως εξελίχτηκε η κατάσταση κατά τον εορτασμό της επετείου της ανατίναξης:

Η Aριστερά άρχισε το φθινόπωρο του 1964 να ετοιμάζεται για τον εορτασμό της εικοστής δεύτερης επετείου του Γοργοποτάμου, με πιο φιλόδοξα από κάθε άλλη φορά σχέδια, από άποψη κινητοποίησης. Μέσα στην οξυνόμενη αντιδικία και παράλληλα προς τις φιλόδοξες προετοιμασίες της Αριστεράς άρχισε μια αντικινητοποίηση από τις αντίπαλες δυνάμεις, με σκοπό να τεθεί τέρμα στην ευρυνόμενη εξόρμηση να χρησιμοποιεί τους αντιστασιακούς εορτασμούς προς όφελός της. Οι δρόμοι γέμισαν ασφυκτικά και ο κόσμος παρατούσε τα αυτοκίνητα, δυο και τρία και τέσσερα χιλιόμετρα μακριά από το γεφύρι, και ξεχυνόταν ασυγκράτητος να φτάσει στο χώρο του εορτασμού. Η έντονη αστυνομική παρουσία όμως δημιουργούσε εκρηκτική ατμόσφαιρα, και ας μην ξεχνάμε πως το 1964, υπέβοσκε ακόμα έντονο το πάθος του εμφυλίου.

Με την ένταση να βρίσκεται στο κατακόρυφο τελέστηκε όπως - όπως η προγραμματισμένη τελετή. Μόλις οι επίσημοι απομακρύνθηκαν, ο χώρος του εορτασμού κατακλύσθηκε από τα πλήθη των εορταστών. Τότε συνέβη το τραγικό απροσδόκητο, πού θα καθιέρωνε πια το Γοργοπόταμο σαν τόπο όχι μόνον ιστορικής δόξας αλλά και ομαδικού πένθους και εθνικής τραγωδίας. Σε απόσταση 20-30 μέτρα από το κενοτάφιο, αντήχησε έκρηξη. Επρόκειτο για νάρκη κατά προσωπικού, όπως ονομάζεται επίσημα. H νάρκη έχει ένα εκρηκτικό σώμα μέσα στο συνολικό μηχανισμό της, πού μοιάζει με χειροβομβίδα. Όταν κάποιος πατήσει την ατσάλινη τρίδυμη κεραία της, πού προεξέχει ύπουλα από το έδαφος μέσα στα χορτάρια, προκαλείται μια πρώτη έκρηξη, το φονικό σώμα αναπηδάει έξω, και σε ύψος ενός μέτρου περίπου από το έδαφος σκάει και σκορπάει θεριστικά γύρω το θάνατο.

Μερικές γυναίκες του χωριού φορούσαν στο κεφάλι μαύρα μαντίλια. Κάποιος προσκυνητής ζήτησε από μια γυναίκα να του πουλήσει το μαντίλι της. Κι άλλες χωρικές έδωσαν τα μαύρα κεφαλομάντηλά τους  για να γίνουν τα κρέπια του πένθους που είχε πλήξει τη χώρα. Ατέλειωτες οι σειρές των αυτοκινήτων, μικρών και μεγάλων, άρχισαν να προχωρούν στους στενούς δρόμους, έως τη Λαμία, και κατόπιν ολοταχώς έπαιρναν τους ανοιχτούς δρόμους προς κάθε σημείο της χώρας. Δεκατρείς νεκρούς και πενήντα έναν τραυματίες ανέγραφαν την άλλη μέρα οι εφημερίδες. Τόσους είχε στοιχίσει ο "εορτασμός".

Φυσικά κατηγορήθηκαν οι πάντες. Οι αριστεροί για προβοκάτσια. Οι δεξιοί για μισαλλοδοξία. Οι Αμερικανοί για δολοφονική ενέργεια. Και κάποιοι είπαν ότι η νάρκη είχε μείνει εκεί από τον πόλεμο. Ακόμα και σήμερα τίποτα δεν είναι σίγουρο. Έχει όμως άραγε σημασία; Μήπως και φέτος, το 2019, πενήντα πέντε χρόνια μετά από τότε, οι αντιστασιακές οργανώσεις και η κυβέρνηση δεν γιόρτασαν σε διαφορετική μέρα το αρχικό γεγονός; Δεν είναι ολοφάνερο ότι κανείς δεν διδάσκεται από την Ιστορία; Με αυτή τη συμπεριφορά των κομμάτων, μπορεί άραγε ποτέ ο καφές να μην εξακολουθεί να είναι σε πρώτο πλάνο;